
Για πολύ καιρό, πιστευόταν ότι μετά από αιώνες ενός «σκοτεινού» Μεσαίωνα, εμποτισμένου με δεισιδαιμονίες, οι Ευρωπαίοι λόγιοι από τον 15ο αιώνα και μετά άρχισαν να εξερευνούν νέες μορφές πνευματικής έρευνας. Συνδεδεμένο με την «φωτισμένη», ανθρωποκεντρική Αναγέννηση, αυτό το κίνημα έγινε γνωστό ως η Επιστημονική Επανάσταση. Με την πρώτη ματιά, ακόμη και η χρονολογία φαίνεται να επιβεβαιώνει αυτή τη μετατόπιση: δύο από τα πιο σημαντικά έργα στην ιστορία της επιστήμης — το Περί των Περιστροφών των Ουρανίων Σφαιρών του Νικολάου Κοπέρνικου και το Περί της Δομής του Ανθρώπινου Σώματος του Ανδρέα Βεσάλιου — εκδόθηκαν την ίδια χρονιά (1543), σηματοδοτώντας μια απότομη στροφή από τη μεσαιωνική φυσική φιλοσοφία στις «ορθολογικές» επιστήμες της πρώιμης νεωτερικής εποχής.
Αυτή η διάλεξη αμφισβητεί αυτήν την συμβατική άποψη. Θα δούμε ότι σχεδόν όλοι οι πατέρες της Επιστημονικής Επανάστασης ασχολούνταν βαθιά με αυτό που σήμερα θα ονομάζαμε μαγεία ή το απόκρυφο — ιδιαίτερα την αστρολογία και την αλχημεία. Οι επιστημονικές τους αναζητήσεις συχνά καθοδηγούνταν όχι από την αναζήτηση μαθηματικής ακρίβειας, αλλά από την επιθυμία να αποκαλύψουν την κρυμμένη αρμονία του σύμπαντος, αόρατη στους μη μυημένους. Χρησιμοποιώντας την αστρονομία και την αστρολογία ως παραδείγματα, θα εξερευνήσουμε πώς οι στοχαστές της πρώιμης νεωτερικής εποχής επιδίωξαν αυτόν τον στόχο — και ποιες πνευματικές και πολιτισμικές συνέπειες παρήγαγαν οι προσπάθειές τους.






